ἔγκαρπος

ἔγκαρπ-ος, ον,
A containing fruit,

κάλυξιν ἐγκάρποις χθονός S.OT25

; fruitful,

σπέρματα Pl.Phdr.276b

; of soil, Thphr.CP2.4.2; γᾶν ἔγκαρπον φέρειν may the earth bear produce, SIG526.41 ([place name] Crete);

δένδρα Plu.2.2e

; τέλη ἔγκαρπα tithe of produce, S.Tr.238: metaph., χρήσιμον καὶ ἔ. fruitful, Plu.2.776b, cf. Luc.Merc.Cond.39 ([comp] Sup.). Adv. -πως

, διακεῖσθαι Aen.Tact.7.1

.
II ἔγκαρπα, τά, festoons of fruit on friezes or the capitals of columns, Lat. encarpa, Vitr.4.1.7.
2 ἔγκαρπα or ἔγκαρτα, = τοὺς κεκουρευμένους πυρούς, Phryn. Trag.4 (ap.Hsch.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔγκαρπος — containing fruit masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκαρπος — ο (AM ἔγκαρπος, ον) 1. αυτός που περιέχει καρπό 2. το ουδ. ως ουσ. το έγκαρπο (Α τὰ ἔγκαρπα) είδος διακοσμήσεως με καρπούς και φύλλα, γιρλάντα νεοελλ. είδος τελειώματος σε ύφασμα, φεστόνι αρχ. 1. προϊόν, καρπός 2. μέρος ή το δέκατο τής παραγωγής… …   Dictionary of Greek

  • ἐγκαρπότατον — ἔγκαρπος containing fruit masc acc superl sg ἔγκαρπος containing fruit neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκάρπως — ἔγκαρπος containing fruit adverbial ἔγκαρπος containing fruit masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκαρπον — ἔγκαρπος containing fruit masc/fem acc sg ἔγκαρπος containing fruit neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαρπότερα — ἔγκαρπος containing fruit neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαρπότεραι — ἔγκαρπος containing fruit fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκάρποις — ἔγκαρπος containing fruit masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκάρπου — ἔγκαρπος containing fruit masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκάρπους — ἔγκαρπος containing fruit masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκάρπων — ἔγκαρπος containing fruit masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.